16 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα Τρίτη (5/5) από την τραγωδία της Marfin, στην οποία έχασαν τέσσερις άνθρωποι τη ζωή τους. Από τις 5 Μαΐου του 2010. Τότε που ο χρόνος σταμάτησε στην οδό Σταδίου και η μεγαλειώδης απεργιακή συγκέντρωση στο κέντρο της Αθήνας βάφτηκε με αίμα, στιγματίζοντας με τον χειρότερο τρόπο τη μνημονιακή Ελλάδα.
Η χώρα σε απεργιακή παράλυση
Εκείνη την περίοδο οι απεργίες και οι συγκεντρώσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Η 5η Μαΐου 2010 ορίστηκε μέρα γενικής απεργίας και ανακοινώθηκε μαζική πορεία προς τη Βουλή από την ΑΔΕΔΥ, την ΓΣΕΕ και το ΠΑΜΕ. Ήταν η παραμονή της ψηφοφορίας στην Ολομέλεια για την υπογραφή του πρώτου μνημονίου. Η κυβέρνηση είχε ανακοινώσει σκληρά μέτρα λιτότητας στο πλαίσιο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε στις αρχές εκείνου του έτους.
Η πορεία στην Αθήνα εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες των τελευταίων δεκαετιών, με εκτιμήσεις που ανέβαζαν τον αριθμό των συμμετεχόντων μεταξύ 200.000 και 250.000. Την περίοδο εκείνη υπουργός Προστασίας του Πολίτη ήταν ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης. Δεν άργησαν πολύ, όμως, να ξεσπάσουν σοβαρά επεισόδια μεταξύ αναρχικών ομάδων και διαδηλωτών με τα ΜΑΤ.
Η φονική φωτιά στο κατάστημα της Marfin
Την ώρα που η κύρια πορεία των διαδηλωτών προχωρούσε στην οδό Σταδίου προς την πλατεία του Συντάγματος, περίπου στις 13:55 το μεσημέρι, ομάδα κουκουλοφόρων επιτέθηκε στο κτίριο της τράπεζας Marfin επί της οδού στο νούμερο 23. Πέταξαν στο εσωτερικό μολότοφ και ένα μπουκάλι βενζίνη. Πολύ γρήγορα ένας πυκνός μαύρος καπνός κάλυψε όλο το κατάστημα. Μια υπάλληλος αργότερα ανέφερε ότι, το πρωί της επίμαχης ημέρας, μπαίνοντας στο κτίριο είδε γραμμένο στην τζαμαρία το σύνθημα «φωτιά στους υπαλλήλους», ενώ από νωρίς στον χώρο βρίσκονταν διαδηλωτές με καλυμμένα πρόσωπα.
Οι περισσότεροι εργαζόμενοι κατευθύνθηκαν προς τον μικρό φωταγωγό, ο οποίος συνδεόταν με την ταράτσα μέσω ενός πλέγματος. Ένας από αυτούς κατάφερε να το σπάσει, επιτρέποντας σε συναδέλφους του να σκαρφαλώσουν στη στέγη και να πηδήξουν σε διπλανό κτίριο, σπάζοντας τη δική του τζαμαρία με καδρόνι.
Ακόμη και όταν το ισόγειο φλεγόταν και ορισμένοι υπάλληλοι είχαν βγει στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου για να σωθούν, ακούγονταν υβριστικά συνθήματα όπως «να καείτε ρε π…» και «κάψτε τους πλούσιους», ενώ μαρτυρίες ανέφεραν πως το πλήθος πετούσε πέτρες. Παράλληλα, μετανάστες που είχαν φύγει από το μπλοκ τους, προσπαθούσαν να σπάσουν την πόρτα για να βοηθήσουν στον απεγκλωβισμό, ενώ το πλήθος άνοιξε δρόμο για τα οχήματα της Πυροσβεστικής.
Ο φονικός απολογισμός ήταν τρεις νεκροί. Από το φλεγόμενο κτίριο ανασύρθηκαν η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, 32 ετών και τεσσάρων μηνών έγκυος, ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης, 36 ετών, και η Παρασκευή Ζούλια, 35 ετών. Οι τρεις εργαζόμενοι εγκλωβίστηκαν στον τρίτο όροφο και πέθαναν από ασφυξία. Ο ιατροδικαστής Φίλιππος Κουτσάφτης ανέφερε ότι ο καπνός και τα τοξικά αέρια που προήλθαν από την καύση πλαστικών και χαρτικών τους σκότωσαν σχεδόν ακαριαία. Βρέθηκαν με τα στόματά τους ανοιχτά και τα πρόσωπά τους μαυρισμένα από την αιθάλη. Φαίνεται πως προσπάθησαν να διαφύγουν μέσω της πόρτας που οδηγούσε στην ταράτσα, η οποία όμως δεν άνοιξε.
Παράλληλα, ομάδες κουκουλοφόρων που κινούνταν παράλληλα με τη διαδήλωση είχαν επιχειρήσει να βάλουν φωτιά και σε άλλα σημεία της περιοχής, στο βιβλιοπωλείο της αλυσίδας Ιανός απέναντι από την τράπεζα, στη Σταδίου 24, αλλά και σε ένα μίνι μάρκετ, ωστόσο εμποδίστηκαν ύστερα από αντιδράσεις άλλων αναρχικών που επεσήμαναν τον κίνδυνο για τους εργαζόμενους.
Ένα έγκλημα χωρίς φυσικό αυτουργό
Ως ύποπτος για τον εμπρησμό της τράπεζας συνελήφθη ένα άτομο (Θ.Σ.), το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο σε βαθμό συναυτουργίας όσο και κατ’ εξακολούθηση, καθώς και για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Παράλληλα, του αποδόθηκαν τα αδικήματα της έκρηξης που προκάλεσε θάνατο και κίνδυνο για ανθρώπους και περιουσίες, της κατασκευής και κατοχής εκρηκτικής βόμβας, και της απρόκλητης φθοράς ξένης περιουσίας μέσω έκρηξης, από δράστη με καλυμμένα χαρακτηριστικά. Το σχετικό βούλευμα αναφέρει ότι υπήρχαν ακόμη δύο άγνωστοι δράστες που συμμετείχαν στον εμπρησμό. Επιπλέον, σε δίκη παραπέμφθηκε και άλλο ένα άτομο για τον εμπρησμό στο βιβλιοπωλείο «Ιανός».
Ύστερα από αλλεπάλληλες αναβολές, η δίκη ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2016 χωρίς να υπάρξει καταδίκη για τον εμπρησμό. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος δηλώνει αναρχικός, αθωώθηκε ομόφωνα από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών λόγω «έλλειψης επαρκών ενδείξεων ενοχής». Μάρτυρες κατέθεσαν ότι ο εμπρησμός εκτελέστηκε από ομάδα με ξεκάθαρη δομή και συντονισμό. Πυροσβέστες κατέθεσαν πως κάποιοι διαδηλωτές τους εμπόδιζαν, ενώ άλλοι προσπαθούσαν να τους βοηθήσουν, αλλά συνολικά το μεγάλο πλήθος επέτρεψε την πρόσβασή τους στο φλεγόμενο κτίριο.
Η δίκη των στελεχών της τράπεζας
Σε μια άλλη δίκη, η οποία ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2013, κρίθηκαν ένοχοι ο διευθύνων σύμβουλος της Marfin, ο υπεύθυνος ασφαλείας του κτιρίου και η διευθύντρια του υποκαταστήματος για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε βάρος των τριών υπαλλήλων που έχασαν τη ζωή τους, για σωματικές βλάβες που υπέστησαν 21 εργαζόμενοι, καθώς και για πολλαπλές παραλείψεις σε θέματα πυρασφάλειας και εκπαίδευσης προσωπικού.
Στο πόρισμα του τεχνικού επιθεωρητή του Υπουργείου Εργασίας αναφερόταν ότι η έξοδος κινδύνου ήταν κλειδωμένη και απαιτούσε τηλεχειριστήριο που είχε στην κατοχή της η διευθύντρια. Μία υπάλληλος κατέθεσε πως είχε γίνει μόνο μία επίδειξη χρήσης πυροσβεστήρων, ενώ άλλη ανέφερε ότι τους είχαν δοθεί μόνο ενημερωτικά φυλλάδια για την πυροπροστασία. Όλοι οι εργαζόμενοι επιβεβαίωσαν ότι ποτέ δεν είχε πραγματοποιηθεί άσκηση εκκένωσης. Το κατάστημα δεν διέθετε το νόμιμο πιστοποιητικό πυρασφάλειας. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι υπάλληλοι όχι μόνο δεν είχαν λάβει εντολή να φύγουν από το κτίριο παρά τον φόβο επεισοδίων στη Σταδίου, αλλά αντιθέτως είχαν λάβει οδηγία να συνεχίσουν κανονικά την εργασία τους.
Τα τρία στελέχη καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης: ο διευθύνων σύμβουλος και ο υπεύθυνος ασφαλείας σε 22 χρόνια και η διευθύντρια σε πέντε χρόνια και έναν μήνα. Αργότερα έγινε γνωστό ότι οι εργαζόμενοι βρίσκονταν στη δουλειά παρά τη γενική απεργία, φοβούμενοι ότι μπορεί να απολυθούν. Παράλληλα, θύματα και συγγενείς κατέθεσαν αγωγές κατά της τράπεζας. Τα δικαστήρια επιδίκασαν αποζημιώσεις περίπου 1,1 εκατ. ευρώ στους συγγενείς ενός εκ των θυμάτων και 720.000 ευρώ στους εγκλωβισμένους υπαλλήλους.
Το μνημείο
Δέκα χρόνια μετά την τραγωδία, έξω από το τότε κατάστημα της Marfin έγιναν τα αποκαλυπτήρια μιας μαρμάρινης τιμητικής πλάκας παρουσία της τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, Κατερίνας Σακελλαροπούλου, του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, και της αείμνηστης προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Φώφης Γεννηματά.
Πάνω στην πλακέτα έχουν χαραχθεί τα ονόματα των θυμάτων ως «Θύματα τυφλού μίσους που γεννά ο διχασμός».